Monday, September 28, 2015

Τρία ποιήματα από τα «Όνειρα»


Literaire





ThinKscape Study 1 (no concept)
pastel
 

Bassò... 2010



Όνειρα


1. Ηκολούθην παροπίσω

Εβαδίζαμε – εβιαζόμην – διαγκωνιζόμενος ματαίως στην πρώτη αράδα. Επονούσα. Και δεν ήξερα γιατί – ούτε να σκεφτώ να μακρύνω απ' το κοπάδι. Αλλ' επονούσα – όλο και πιότερο πονούσα – όλος πονούσα – από τα μάτια ωσο τις φτέρνες. Εβαδίζαμε και δεν ήξερα.

Εμπροστάρης, λέει, να μείνω – πιονιέρος – κεφαλή. Καθότι αυτό από μικρός διδάχτηκα – την προπορεία να κυνηγώ – και της ομάδος να προέχω. Αλλά πονούσα – όλος πονούσα – όλο και πιότερο – της πρώτης αράδας η πάχνη με μαστίγωνε – μια παγωμένη άγνοια – ένα ψυχρό τίποτε. Το τίποτε μπροστά μας.

Δεν σταματά ποτέ η πορεία – η πίστη της αδιαπραγμάτευτη – το συνεχές της αδιάρρηκτο – και η δική μου η προσφορά τί χρώμα νάχει;  Άλυκο θα τό θελα – επαναστατικό – με παλμό ρήξης – συντονισμού ιδιοσυχνότητος και κατεδάφισης παλαιοδομών. Μα ο πόνος μού ψιθύρισε το άχρωμο της παρουσίας μου – χρώμα, βλέπεις, είναι το αναπάντεχο – κι εσύ κανένα δεν εξέπληξες – καμμία θηλυκή ματιά δεν έσκιαξες για έρωτα – δεν μάκρυνες από τα πρώτα θρανία – ούτε ένα βήμα πίσω – ούτε μια εποχή.

Δεν άντεξα τα λόγια του – πονούσα ήδη πριν μου πεί – φαντάσου τώρα! Και γονατισα – έμεινα πίσω – πίσω πολύ έμεινα – μέχρι που σχεδόν τους έχασα απ' τα ματια – μονο λιγο τις φλυαρίες τους. Γιατί εφλυάρουν. Μέσα στη μέθη της προπορείας δεν μου έγιν' αισθητό – εφλυάρουν. Ναι τωρα τους ακουγα – ποιος ξερει τί λεγαμε – κι εγω θα φλυαρούσα – δεν υπάρχει αμφιβολία ότι φλυαρούσα – τώρα τους άκουγα – ακατανόητο βουητό – τί γελοίο.

Αποφάσισα. Ηκολούθην έκτοτε παροπίσω βουβός – και ησθανόμην ζων – και εγνωρίσθην με παίδες και κορασίδες και με νύμφες των αγρών – και σιωπηλα όλα τα όντα μού εμειδίων και μου εδίδοντο – γελαστά μου εδίδοντο – Δωρεάν – και νοιώθαμε όλοι τόσο καλά με τη θωπεία της απραξίας. Και δεν επόνουν πλέον.

 


2. Μελετώντας το Βασίλειο


Μελετώντας το βαθύ Βασίλειο – φόβος μεγάλος να 'μπλακείς – στο πλέγμα πού 'χει στήσει το μηδέν – να πιάνει πνοές σαν ψάρια. Κι αποκάτω το κατακάδι με τα στοιβαγμένα μέλη – ρούχο φρικτό και στιβαρό για το κενό ραμμένο – αναπέμπει εκπνοές ασυναίσθητες πια – των εθελοντών που είπαν το ναι στη Χάρυβδη. Κι αν κάποιο πρωί απο ψηλά – πέρ’ απ’ τα κόκκινα όρια του γέλιου – καταδεχθεί κανένα πνεύμα και βουτήξει προς του Βασιλείου το βυθό – πάλι θα το σταυρώσουν κατά τον αυστηρό τους νόμο – οι ανυποψίαστοι. Τί κρίμα, τί εγκληματική αμέλεια των υπευθύνων – τί σκληρότης της αληθείας, τί αλήτικη φάρσα των εντεταλμένων και των επιστατών! – Ή μήπως όλα αυτά τα σκάρωσαν εκείνοι οι παλαιοί αγγέλοι που μ’ αγαπούν – έτσι να με πειράξουν;



3. Όρτσα


Κατεπάνω στον άνεμο - νοιώθω τη θάλασσα πιο μπλέ - νόστιμο τον αέρα. Το νησί πλησιάζει πιο ποθητό. Δεν μου εζήτει πολλά η ζωή για να λάμψει - μόνο ένα πανί να βαστήξω γερά. Γερά.

Θα το νόμιζες το ωραιότερο όνειρο – μαγεμένος από τη δυναμική του παράδοξου – κόντρα στον καιρό – πόσο παράδοξο – να νικάς το πρώτο επίστρωμα της λογικής. Αυτό είναι το όρτσα – ένα άνοιγμα προς το απίθανο – ένα γούρλωμα της αντίληψης – μια λογική τρέλα.

Μας ετίναξε μια σπηλιάδα του Θεού – η καρένα σχεδόν βγήκε από το κύμα – ήπια μια γουλιά αλμυρή – πουθενά ο φόβος. Όρτσα – ούριες βολές δεν τις θέλει σήμερα το μεράκι – όρτσα εκεί στο φάρο. Γιατί η Νύχτα πέφτει – μάταια οι φάροι αστράψαν – όρτσα ο δρόμος μου, όπου κι αν είναι.

 
Bassò... 22 Μαΐου 1999

No comments:

Post a Comment