Monday, December 21, 2015

Η Ιστορική Λειτουργία και η δυστυχία της αποστέρησής της





Του Κωστή Μπασογιάννη


Κατά την αξιότιμη αναπληρώτρια υπουργό Παιδείας κα Σία Αναγνωστοπούλου, ο Έλληνας δεν διαθέτει ιστορική κουλτούρα.

Λες και η ιστορία είναι ένα απλό γνωστικό αντικείμενο που, καλλιεργούμενο καταλλήλως στις συγκεκριμένες ακαδημαϊκές ομάδες στις οποίες η ίδια ανήκει παράγει ιστορικά μορφωμένους πολίτες, εφοδιασμένους με «Ιστορική κουλτούρα». 

Η ίδια απαντά στις επικρίσεις για τις θέσεις της πάνω στα θέματα της διδασκαλίας της Ιστορίας στη μέση εκπαίδευση με το απλοϊκό σχήμα: «ο χρυσαυγίτης θεωρείται εθνικός πατριώτης στη συνείδηση κάποιων, ίσως πολλών. Εγώ, αντίθετα, θεωρούμαι εθνικός μειοδότης. Αυτό για μένα φτάνει». Που σημαίνει ότι πετά καταπρόσωπο στους επικριτές της τον έμμεσο χαρακτηρισμό του Ναζιστή. Ας μη μείνουμε στο παιδαριώδες αυτού του επιχειρήματος. Και ας αφήσουμε τα θέματα Εθνικισμών και πατριωτισμών. Ας αναφερθούμε στην βαθύτερη ουσία αυτού του σοβαρού θέματος που αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται κάποιος την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη σε σχέση με την Ιστορία.

Αυτό για το οποίο μιλά η κυρία αναπληρώτρια υπουργός και το ονομάζει «Ιστορία» και «Ιστορική κουλτούρα» είναι ένα συχνά προσοδοφόρο και εσχάτως κοινωνικά χρήσιμο χόμπυ συγκεκριμένου είδους ανθρώπων που ποτέ δεν πρόκειται να βιώσουν τη ζωή πέρα από το επίπεδο επεξεργασίας των γεγονότων, πληροφοριών και γενικότερα δεδομένων που έτυχε να είναι δυνατό να τεκμηριωθούν και να αποδειχθούν με την επιστημονική μέθοδο. Αυτό δεν είναι Ιστορία. Είναι μια ανάλυση δεδομένων, μια αρχικά χρήσιμη αλλά ελάχιστη, κατωτέρας ποιότητας λειτουργία της ανθρώπινης σκέψης, ένας απλός αλγεβρικός υπολογισμός όσων data η κυρία αυτή και οι συνάδελφοί της είναι σε θέση να συλλέγουν από τις πηγές τους, με τέσσερις φτωχικές νηπιώδεις πράξεις και μία στοιχειώδη αρχειακή ταξινόμηση.Θέλει λίγη δουλίτσα, έως και πολλή, αλλά δεν θα την κατέτασσε κανείς σε υψηλή θέση στο φάσμα των ανθρωπίνων πνευματικών δραστηριοτήτων.

Ήρθε λοιπόν, ως πελάτισσα κι αυτή της ακαδημαϊκής μπίσνας, που θα είναι ισοβίως θαμβωμένη από την πρώτη στιγμή που ένοιωσε ότι είναι κάποια, περνώντας την πόρτα του τρίτου κύκλου σπουδών της Σορβώνης και κουβαλώντας χιλιάδες σελίδες φωτοτυπιών της δεκαετίας του '80, με 90% άχρηστες πληροφορίες κολλημένες στην τοξική τους επίστρωση, να κουνήσει το δαχτυλάκι της σε ένα αρχαίο λαό για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την Ιστορία του, χωρίς να έχει πάρει είδηση την αληθινή ουσία της δικής του ύπαρξης. Γιατί έμαθε να παρατηρεί μόνο τα γεγονότα που μπορούν να πέσουν στην εμπειριστική της αντίληψη και να αγνοεί το μυστήριο τής εν τω βάθει υπάρξεως. Και αφού αγνοεί την ύπαρξή του, δεν μπορεί ούτε να το βιώσει, ούτε να το ερευνήσει. Έμαθε να περιεργάζεται ως εντομολόγος τις κοινωνίες μή δείχνοντας κανένα ενδιαφέρον για τον σκοπό και την τελεολογία τους. Ψάχνει να βρεί το «πώς», πάντοτε ανεπιτυχώς, αφού αδιαφορεί και συνεπώς είναι καταδικασμένη να αγνοεί το «γιατί», το «για ποιόν», το «προς τα πού», απορίες που για να τις προσεγγίσεις χρειάζεται να μπείς σε δημιουργικές διαστάσεις πέραν των ακαδημαϊκών.

Ιδρυματοποιημένη μέσα στην αναπηρία της μεθόδου της, δεν είναι ικανή ούτε καν να ψαύσει την έννοια της Ιστορικής Λειτουργίας του ανθρώπου και των λαών, του μυστικού δηλαδή τρόπου με τον οποίο το κοινωνικό σώμα, συνεπώς και τα πρόσωπα που το πληρώνουν, νοιώθουν την προσωπική τους τοποθέτηση και βιώνουν τον ξεχωριστό τους ρόλο στη σειρά των ιστορικών γεγονότων. Και αυτή της η αδυναμία αιτολογείται από το γεγονός ότι της είναι πολύ δύσκολο να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι μετά τις περιφανείς και λαμπρές επιστημονικές σπουδές μας χρειάζεται οι άνθρωποι να εντυφήσουμε σε άλλα επίπεδα όχι μόνο του επιστητού αλλά και του μυστηριακού και του βαθέως και του ουράνιου αλλά και του καταραμένου, για να μπορέσουμε να πούμε ότι έχουμε κάπως εισέλθει στην ανθρώπινη ζωή, άρα και μυηθεί στο μυστήριο του ειδοποιού χαρακτηριστικού της που είναι η Προσωπική και Κοινωνική Ιστορική Λειτουργία.

Ξέρουμε ότι αυτό τον όρο δεν τον έχει διδαχθεί, δεν προβλέπεται στο πρωτόκολλο των ακαδημαϊκών της προγραμμάτων και άν κάπου αναφέρεται είναι σε επιμέρους σκέψεις και με άλλη κατέυθυνση. Τεχνοκρατική ή το πολύ διαδικαστική. Τη λειτουργία αυτή δεν την τιμά η κυρία αναπληρώτρια, την απορρίπτει όπως κάθε σκοταδιστής, μόνο και μόνο επειδή δεν μπορεί να την κατανοήσει. Δεν αντέχει ούτε το πυκνό ανταγωνιστικό σκοτάδι της εμπειρίας αυτής, ούτε το εκθαμβωτικό ποιητικό της φως. Αυτή η δυστυχής αδυναμία χαρακτηρίζει τον βαθειά εγκατεστημένο στην σύγχρονη επιστήμη αλλά και σε όλη τη δυτική κοινωνία Υλισμό.

Γι' αυτό λοιπόν έρχεται η κυρία Σία σε ένα ζαλισμένο από την επίθεση των αρπάγων ορνίων Λαό, να τον κατηγορήσει ότι δεν έχει «Ιστορική κουλτούρα». Έρχεται να του επιβάλει την στειρότητα της μεθοδου της ως Ευρωπαϊκό προαπαιτούμενο, για να αποποιηθεί της διαρκούς μέσα στο χρόνο ακολουθούμενης, αναπτυσσόμενης και αναννεούμενης ιστορικής του λειτουργίας και να καταστεί ανεκτός στην ακαδημαϊκή της στενότητα. Έρχεται, αντί να τον βοηθήσει να βελτιώσει τα ζωτικά όργανά του και να βιώσει αποτελεσματικότερα, πλουσιότερα και ανθρωπινότερα την ζωοδότρια σαγήνη του ιστορικού του τοπίου, να τον απονευρώσει, τα του νεκρώσει την βασική του λειτουργία, εντάσσοντάς τον σε μια αφαιμαγμένη μούμια, στο παγκόσμιο πτώμα της κουλτούρας της. Και, βεβαίως, να γίνει κι εκείνη αποδεκτή σε κύκλους, που κανένα από εμάς δεν αφορούν, ως αγωνίστρια της πολιτικής ορθότητας και της «Ιστορικής Επιστήμης».

Όλα αυτά μπορεί κάλλιστα να τα πράττει κανείς μέσα σε ένα ερευνητικό κέντρο προσαρμοσμένο στην επιστημοσύνη του, άντε και σε μια αίθουσα διδασκαλίας όπου θα στειρώνει πολιτικά, κοινωνικά και ιστορικά κάποιους νέους ανθρώπους που εκούσια την αποδέχονται. Αλλά μέσα στο υπουργείο Παιδείας ενός κυριάρχου (έστω και προσχηματικά) Κράτους, ενός πανάρχαιου Λαού, τί δουλειά έχει αυτή η γυναίκα; Αυτός ο λαός χρειάζεται ψυχή βαθειά, σφοδρή ζωοδοσία, κίνητρο για να αναπτύξει ανθρώπινο και δίκαιο κοινωνικό όραμα για το μέλλον, ανάσυρση από το βυθό στον οποίο τον έχουν βυθίσει με την πέτρα του χρέους στο λαιμό οι εχθροί του, χρειάζεται στήριγμα στο παρελθόν του για να καταρτήσει πολιτισμική και πολιτική πρόταση που θα την προσφέρει σε όλο τον κόσμο, όπως έχει ξανακάνει πολλές φορές στην ιστορία του.

Δεν χρειάζεται άλλη αποξήρανση ακαδημαϊσμού, προερχόμενη από ένα βιαίως εισαγόμενο, εν τη εσχάτη του παρακμη πολιτισμό.

b.






No comments:

Post a Comment