Monday, March 2, 2020

Μια κοσμοϊστορική περίοδος - Μετανάστευση








του Κωστή Μπασογιάννη



Μια πολύ σημαντική ιστορική περίοδος για την ανθρωπότητα έχει αρχίσει εδώ και τριάντα χρόνια με εντυπωσιακά φαινόμενα που εξακολουθούν να εξελίσσονται, αναπτύσσοντας όλα τα στοιχεία που τα γέννησαν, τα εξέθρεψαν και τα κάνουν να λειτουργούν ως παράγοντες πλήρους μετασχηματισμού τής ανθρώπινης παρουσίας πάνω σ΄αυτό τον πλανήτη. Δύο οι κοσμοϊστορικές εξελίξεις που σημάδεψαν την αρχή και την πρώιμη φάση αυτής τής περιόδου· η κατάρρευση της πρώτης μεγάλης προσπάθειας δημιουργίας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, που συντελέστηκε κατά τη διάρκεια τού εικοστού αιώνα στις χώρες τού λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού είναι η πρώτη. Η δεύτερη εξέλιξη, τής οποίας η ανάπτυξη συνεχίζεται ακόμη με ταχύτατους ρυθμούς, είναι η παγκόσμια διασύνδεση στο επίπεδο τής πληροφορίας που επιτυγχάνεται με το διαδίκτυο.



Η πτώση τού υπαρκτού σοσιαλισμού ακολουθήθηκε από την σχεδόν ακαριαία έκφραση τής παγκόσμιας κυριαρχίας τής κεφαλαιοκρατικής εξουσίας, που δεν ήταν άλλη από τον πρώτο μεγάλο πόλεμο που προκλήθηκε από την μοναδική πλέον υπερδύναμη και κύριο κρατικό εκφραστή τού διεθνούς κεφαλαίου στην δεκαετία τού 1990, τις ΗΠΑ, τον λεγόμενο «Πόλεμο τού Κόλπου» εναντίον τού Ιραν. Στη συμμαχία την οποία κατάφερε να συστήσει η υπερδύναμη κάτω από την τυπική σφραγίδα τού ΟΗΕ, συμμετείχαν πάνω από 30 καπιταλιστικά κράτη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, συνεισφέροντας με διάφορους έμμεσους ή άμεσους τρόπους στην πρώτη μεγάλη και απροκάλυπτη στρατιωτική επίθεση του διεθνούς ιμπεριαλισμού εναντίον κράτους που δεν είχε καμμία πιθανότητα επιτυχίας στη αμυντική του προσπάθεια. Αυτός ο πόλεμος ήταν για την ανθρωπότητα ένα τρομερό σοκ. Και αποτέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα για ένα παγκόσμιο πολεμικό παιγνίδι τής οικουμενικά πλέον κυρίαρχης κεφαλαιοκρατίας, την θρυαλίδα για το πρώτο αποτρόπαιο σφαγείο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.






Οι συρράξεις κατά την διάρκεια τού Ψυχρού Πολέμου ήταν φονικές, αλλά τοπικές και πάντα αμφίρροπες. Ποτέ δεν έληξαν με νίκη τών ιμπεριαλιστών τού κεφαλαίου. Τα ταπεινωτικά για την επιθετική καπιταλιστική Δύση αποτελέσματά τους, αφαιρούσαν από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους το περίσσιο θράσος τού κυνηγιού τής παγκόσμιας κυριαρχίας, την οποία ευτυχώς είχαν χάσει, αφού πάνω από το ένα τρίτο τής γής ήταν συνταγμένο με το ισχυρό αντίπαλο στρατόπεδο. Αντίθετα, το 1991, μόλις μερικούς μήνες μετά την πτώση τού αντίπαλου δέους, στον Περσικό Κόλπο, η «Καταιγίδα τής Ερήμου» αποτελούσε την αρχή μιας συνεχούς πολεμικής επέμβασης της πολεμικής μηχανής της παγκόσμιας υπερδύναμης σε σειρά κρατών καλυμμένης υπό τον μανδύα διαφόρων συμμαχιών. Τα κράτη - στόχοι ήσαν πάντοτε τριτοκοσμικά, απολύτως ανίκανα να αντιδράσουν χωρίς να υποστούν σφαγή, εμφύλιο και αφανισμό. Τα κίνητρα των πολέμων ήσαν καθαρά η ανάγκη για οικονομική κυριαρχία στις ενδιαφέρουσες από ενεργειακής κυρίως απόψεως αυτές περιοχές· οι αφορμές δε, πάντοτε προσχηματικές και υποκριτικές. Οι πολεμικές αυτές επιδρομές σε όλες ανεξαιρέτως τίς περιπτώσεις αποδείχθηκαν περιττές και αδικαιολόγητες, αφού οι επιτιθέμενοι είχαν ούτως ή άλλως πάντοτε την πολιτική και οικονομική, επομένως και διπλωματική δύναμη να κρατήσουν ισορροπίες ειρήνης με οποιονδήποτε αισθανόταν ότι δεν συνέπλεε απολύτως με τα συμφέροντά τους. Δύναμη την οποία δεν θέλησαν να αξιοποιήσουν για την ειρήνη, προτιμώντας τον πόλεμο, που όπως είπαμε βόλευε το καπιταλιστικό ποιλιτικοοικονομικό σύστημα, την επιβίωση και την ανάπτυξή του. Μάλιστα, έφθασαν στο σημείο να αιματοκυλήσουν και την Ευρώπη, μετατρέποντας σε φρικτό σφαγείο τα Βαλκάνια για μια ολόκληρη δεκαετία.



Είναι γνωστά και δεν χρειάζονται πολλή ανάλυση τα βασικά κίνητρα και οι μηχανισμοί με τους οποίους το κεφάλαιο χρησιμοποιεί τον πόλεμο για την ανάπτυξή του. Αυτοί ακριβώς οι μηχανισμοί οδήγησαν στούς δύο πρώτους παγκοσμίους πολέμους που δύο φορές ερήμωσαν την Ευρώπη και μαυροφόρεσαν την υφήλιο. Η μεγαλειώδης πρώτη νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση που συνέβη προς το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και γέννησε ένα πρωτοεμφανιζόμενο στην Ιστορία αντίπαλο δέος στην κεφαλαιοκρατία, με φιλοδοξία να μεταδώσει την επαναστατική δυναμική της σε όλο τον κόσμο, αν και δεν ήταν σε θέση να αποτρέψει την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στάθηκε τελικά ικανή με τεράστιες θυσίες, πολλαπλάσιες από εκείνες όλων των άλλων αντιπάλων τού Ναζισμού, να νικήσει το τέρας που γέννησε ο καπιταλισμός και μέσα από αυτή τη νίκη της, αντί να καταρρεύσει κάτω από την επίθεση των ναζί, όπως οι δυτικές δυνάμεις είχαν μεθοδικά προγραμματίσει, να επικρατήσει σε ένα μεγάλο τμήμα τού κόσμου που, μαζί με τις άλλες χώρες όπου αναπτυσσόταν ο πρώϊμος αυτός σοσιαλισμός, μαζί με τις σύμμαχες χώρες και τους αδέσμευτους, που συνήθως συμπεριφερόταν αντικαπιταλιστικά, περιλάμβανε όπως προαναφέραμε το ένα τρίτο τού πληθυσμού του κόσμου. 






Σ΄αυτό το περιβάλλον του λεγόμενου ψυχρού πολέμου, συνέβησαν πολλές εξελίξεις και σε πολλά επίπεδα. Ένα σημαντικό σημείο που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι κάτω από την σκιά τής απειλής μιας επαναστατικής επικράτησης των ισχυρών κομμουνιστικών κινημάτων στις καπιταλιστικές χώρες, το κεφάλαιο υποχώρησε σε σημαντικό βαθμό από την επιθετική του στάση στα ζητήματα της κοινωνικής πρόνοιας και των εργασιακών συνθηκών. Με αποτέλεσμα να έχουμε μια κεφαλαιοκρατία που προσπαθούσε να τηρήσει τα προσχήματα, καθεστώτα λαϊκής δεξιάς, που οι φανατικοί φιλελεύθεροι και νεοφιλελεύθεροι τα κατηγορούσαν ότι παρασυρόταν προς μια σοβιετική λογική. Κατά την διάρκεια τών χρόνων τής κρίσης και παρακμής των πρωτοσοσιαλιστικών καθεστώτων τής Κίνας και αργότερα τής ΕΣΣΔ και της ανατολικής Ευρώπης, αυτή η ψευδαίσθηση εξωραϊσμού τής κεφαλαιοκρατίας, έχανε κάθε λόγο ύπαρξης και αποκαλύφθηκε πάλι το αληθινό πρόσωπο του συστήματος. Μια αχόρταγη μηχανή εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης τής εργατικής τάξης και μια απάνθρωπη δημιουργια τής κόλασης τής ανεργίας που χρησιμεύει στην εξασφάλιση ικανών εφεδρειών από εξαθλιωμένους αναγκαστικά ανενεργούς κατόχους εργατικής δύναμης και γενικότερα εργασιακής ικανότητας, συχνά αρκετά εξειδικευμένης, που όμως δεν είχαν καμμία δυνατότητα να την διαθέσουν. Ήλπιζαν όμως να βρούν κάποια θεσούλα σε κάποιο κακοπληρωμένο κάτεργο, όπου η αίσθηση τού εμπαιγμού ήταν ακόμη πιο ανυπόφορη κι από την φτώχεια. Τις τελευταίες δεκαετίες η αναπτυσσόμενη με ιλιγγιώδη ρυθμό παγκοσμιοποίηση δημιούργησε τις τεράστιες βιομηχανικές μονάδες σε τρίτες χώρες, κυρίως τής Ασίας, όπου οι συνθήκες εργασίας και οι αμοιβές ήταν και εξακολουθούν να είναι κατά πολύ χειρότερες από την κόλαση τής μανουφακτούρας και των εργοστασίων του 19ου αιώνα που περιγράφει και τεκμηριώνει ο Κ. Μαρξ στο «κεφάλαιο». Παιδική και εφηβική εργασία με φρικτές συνθήκες και μηδαμινή αμοιβή και συνεχή εκφοβισμό τής απόλυσης, λόγω τής υπερπροσφοράς εργασίας. Μόνο με αυτό τον τρόπο το κεφάλαιο είναι πλέον ικανό να εξασφαλίσει ομαλότητα κυκλοφορίας και μέγιστη κερδοφορία, διατηρώντας ταυτοχρόνως την επιθυμητή σχέση εργασίας-ανεργίας στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών για να κρατηθούν σε λογικό επίπεδο οι τιμές. Οι τυχεροί που είχαν δουλειά στις χώρες τής Δύσης απολάμβαναν έτσι μια ικανοποιητική ζωή εις βάρος των κολασμένων τών φτωχών χωρών, που είτε λοιμοκτονούσαν, είτε δούλευαν σε συνθήκες κόλασης, είτε πέθαιναν κατά εκατοντάδες χιλιάδες στους πολέμους.



Κατά την διάρκεια αυτών των τριάντα χρόνων παγκόσμιας επικράτησης τής άγριας κεφαλαιοκρατίας αναπτύχθηκε όπως είπαμε και η παγκοσμιοποίηση τής πληροφορίας. Η δορυφορική τηλεόραση στην αρχή και το διαδίκτυο ύστερα, έφερναν με ένα πάμφθηνο υπολογιστή ή τάμπλετ ή ένα κινητό τηλεφωνο στα χωράφια, στους μαχαλάδες, στα καφενεία, στα σπίτια και στις καλύβες του παλαιότερα λεγόμενου τρίτου κόσμου πολλές πληροφορίες για την παραδείσια ζωή στη Δύση, για την άνεση την καταναλωτική ισχύ, την μόδα, την γκλαμουριά, την γυαλιστερή καθημερινότητα των σπουδαίων πλουσίων ανθρώπων τού δυτικού πολιτισμού. Κι όταν ήρθε η ώρα όπως είπαμε να προκληθούν από την Δύση οι επιθέσεις με οικονομικά μέτρα, με βομβαρδισμούς, στρατιωτικές εισβολές αλλά και εξευτελισμούς και μια συνεχή υποτίμηση λαών με αρχαίους πολιτισμούς από τους επηρμένους δυτικούς νεο-αποικιοκράτες, οι απλοί αυτοί άνθρωποι δεν κάθησαν ήσυχοι να υποστούν την μοίρα τους, όπως γινόταν στη διάρκεια τών παλαιοτέρων αποικιοκρατικών περιόδων, αλλά, γνωρίζοντας πλέον πολύ καλά από τα σύγχρονα μέσα πληροφόρησης την πιθανότητα να βρεθούν κι εκείνοι στην Παραδείσια Δύση και έχοντας υπ' όψιν και τα προηγούμενα πιο ήπια και αργόσυρτα μεταναστευτικά ρεύματα που είχαν γεμίσει τις δυτικές χώρες με εργατικό δυναμικό που με τις δεκαετίες γεννούσε και τεράστιο αριθμό από επιτυχημένα και διακεκριμένα άτομα με ασιατική ή αφρικανική προέλευση, όταν με δυό λέξεις η Δύση τα έκανε γιαλιά-καρφιά στις περισσότερες χώρες τής Μέσης Ανατολής και τής Αφρικής, καταλύοντας τα καθεστώτα που δημιουργούσαν συνθήκες παραμονής στους υπηκόους τους, τίποτε πλέον δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει τους νέους και τις οικογένειες που υπέστησαν αυτό τον γενικευμένο βιασμό τής ζωής τους, από την σφοδρή ανάγκη και επιθυμία να πάρουν μαζί τους ό,τι μπορούν να κουβαλήσουν τα δυο τους χέρια και να κυνηγήσουν την τύχη τους στην Ευρώπη.





Η αρχή είχε γίνει εδώ και χρόνια, από την τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα. Οι ροές ήταν από όλο το τεχνητά εξαθλιωμένο από τους διεθνείς τοκογλύφους πρώην ανατολικό μπλόκ, τις Φιλιππίνες, τις Αραβικές χώρες, την Αφρική, την Ινδία, το Πακιστάν και την Κίνα. Ερχόταν άνδρες κυρίως που στην πλειονότητά τους δούλευαν και έστελναν χρήματα στην οικογένεια. Δούλευαν σε δουλειές που οι ντόπιοι δεν καταδεχόταν να κάνουν. Ερχόταν και οικογένειες, ενώ, όπως ξέρουμε, δεν ήταν λίγες οι γυναίκες θύματα του τραφικινγκ. Μετά την μεγάλη έκρηξη του '90, επί δύο δεκαετιες οι μετνάστες ερχόταν με ήπιες ροές, κι έτσι δινόταν η ευκαιρία στο σύστημα να τους απορροφήσει κάπως. Αλλά με το ξέσπασμα και την γενίκευση των συρράξεων, και των πτώσεων καθεστώτων που προκάλεσε η Δύση για να διαφυλάξει τα δικά της συμφέροντα σε Ασία και Αφρική, δημιουργήθηκε πλέον ένα τοπίο όπου η διαφορά σε όλα τα επίπεδα έγινε κολοσσιαία.

Φτωχές χώρες με υπερπληθυσμό, πείνα και τους πιο άγριους πολέμους που έχει γνωρίσει η περιοχή από την μια πλευρά. Ο «Παράδεισος», από την άλλη, όπου πολλοί γνωστοί και συγγενείς έχουν ήδη απορροφηθεί ως εργαζόμενοι και μιλούν καθημερινά στο Βάιμπερ με τους εξαθλιωμένους. Τί θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι εκείνοι οι άνθρωποι λένε μεταξύ τους στις συνομιλίες; Πώς μπορει να αισθάνεται ένα μικρό αγόρι στο Αφγανιστάν, στο Ιρακ, στη Συρία ή στην Σομαλία, οταν βλέπει στην οθόνη του κινητού του συμπατριώτες του να έχουν γίνει από λακέδες σε πολυτελή μεγαλοαστικά σπίτια έως επιχειρηματίες οι ίδιοι; Από εργάτες σε συνεργεια, εργοστάσια, βενζιναδικα και αποθήκες μέχρι σταρ του χόλυγουντ και του ΜΒΑ; Αισθάνεται ότι η μοιρα του είναι στην Ευρώπη και, γιατί όχι και στην Αμερική. 





Αλλά, πριν προχωρήσουμε, ας κάνουμε κάποιες ασκήσεις ιστορικής συνείδησης. Ας μεταφερθούμε στα Ελληνοτουρκικά σύνορα στον Έβρο και στα νησιά τού Ανατολικού Αιγαίου. Και ας αναρρωτηθούμε: Είναι αφύσικο και ανακόλουθο και αντιφατικό ιστορικά αυτό που βλέπουμε; Ή είναι μια αναμενόμενη και απολύτως φυσιολογική εξέλιξη, μετά από όλα αυτά που προηγήθηκαν, μικρό τμήμα των οποίων περιγράψαμε αδρά και πρόχειρα παραπάνω; Δεν εξηγείται τέλεια ιστορικά ο λόγος για τον οποίο βλέπουμε ανθρώπους να κουβαλούν τα μωρά τους με κίνδυνο θανάτου και να φιλούν το χώμα τής πατρίδας μας όταν αποβιβάζονται από την βάρκα; Πόσο δύσκολο είναι να αποβάλουμε έστω και για ένα λεπτό την δική μας αξιοσέβαστη, αλλά μονόπλευρη άποψη για τα πράγματα και να δούμε τον κόσμο με τα μάτια και την καρδιά εκείνου που έχουμε απέναντί μας, και βιώνει μια τέτοια τρομακτική, αλλά και κοσμοιστορική εμπειρία; Πόσο δύσκολο είναι να βγούμε για λίγο από το καβούκι μας και να σκεφτούμε τον φαντασμαγορικό τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η λειτουργία τής Ιστορίας; Πόσο πιο ψύχραιμοι και προσγειωμένοι θα μπορούσαμε να είμαστε, αν το πρόβλημα το αντιμετωπίζαμε έχοντας συνείδηση των συνθηκών που το δημιούργησαν; Και πώς στ' αλήθεια θα βρούμε μια οποιαδηποτε λύση, αν δεν λάβουμε υπ' όψιν μας τη δική μας συνέργεια στην τεράστια διαφορά δυναμικού που έχει δημιουργηθεί; Πιστεύω ότι δεν υπάρχει καμμία περίπτωση να εκτονωθεί αυτή η τρομακτική ιστορική τάση μετανάστευσης, αν δεν υπάρξει μία από τις παρκάτω τρείς πιθανές εξελίξεις:

Η πρώτη είναι η υποδοχή των μεταναστών και η διοχέτευσή τους σε όλη την Ευρώπη, και σε δεύτερο χρόνο, όπου αλλού εκείνοι επιθυμούν. Αυτό σημαίνει ότι στην Ευρώπη και ίσως σε ολόκληρη την Δύση θα πρέπει να γίνει μια επαναστατική αλλαγή η οποία θα έχει προκληθεί από την σθεναρή και εμπνευσμένη διπλωματική στάση τής Ελλάδας. Αλλαγή για την οποία τόσο η Ελλάδα όσο και η ίδια η Ευρώπη και βεβαίως ολόκληρη η Δύση, είναι απολύτως ανέτοιμη. 





Η δεύτερη πιθανή εξέλιξη είναι να διατηρηθεί η διαφορά δυναμικού των πληθυσμών για κάποιο χρονικό διάστημα δια τής βίας, απωθώντας όλους αυτούς τους ανθρώπους. Εδώ, ακόμη και στην απίθανη περίπτωση όπου αυτή η προσωρινή απώθηση κατορθωθεί δίχως θύματα, είναι σαφές ότι αν δεν αλλάξει η πολιτική τής Ευρώπης και της Δύσης στην Ασία και στην Αφρική, αν δεν σταματήσουν οι επεμβάσεις, ο οικονομικός στραγγαλισμός και τα σφαγεία των πολέμων, αν την καταστροφική επεμβατικότητα που δείχνει η Δύση δεν την μετατρέψει σε συνεργασία με αυτούς τους λαούς για την ανασύσταση των κοινωνιών τους, με σκοπό να καταστούν και πάλι βιώσιμες οι περιοχές αυτές τού κόσμου, αυτό το πρόβλημα τής διαφοράς δυναμικού που προκαλεί τα ρεύματα δεν θα σταματήσει ποτέ.

Η τρίτη πιθανή εξέλιξη είναι να αφεθούν όσοι έρθουν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει να ξεσπάσει μια τεράστια και κοσμοϊστορική επανάσταση στην ίδια την Ελλάδα. Κάτι μεγαλειώδες, το οποίο με λύπη μου διαπιστώνω ότι είναι αδύνατον για τον σημερινό Έλληνα ούτε να το διανοηθεί. Γιατι οι υποστηρικτές τής καθαρότητας της φυλής και της μιαρότητας των άλλων φυλών είναι ένα τεράστιο πλήθος που θα δημιουργεί συνεχώς πολεμική κατάσταση που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα καταλήξει σε τραγωδία. Αλλά και γιατί ακόμη κι εκείνοι που υποστηρίζουν το άνοιγμα των συνόρων τής Ελλάδας, ανεξάρτητα από το αν θα ανοίξει πλέον όλη η Ευρώπη, δεν έχουν ξεκάθαρη σκέψη για το σχέδιο ένταξης αυτών των ανθρώπων στο νέο περιβάλλον. Για το σχέδιο ένταξης των Ελλήνων σ΄αυτό το νέο περιβάλλον. Ούτε για τον έλεγχο και τον σχεδιασμό των αναπόφευκτων τεράστιων αλλαγών που θα χρειαστεί να γίνουν σε όλους τους τομείς στην Ελλάδα για να επιτευχθεί ένα νέο κοσμικό σύστημα, πολυεθνικό και λειτουργικό συνάμα.

Αυτό που ισχύει και στις τρείς αυτές περιπτώσεις ειναι ότι αν δεν πάψει η επιθετική οικονομική και πολεμική επέμβαση της δύσης στις φτωχές χώρες, η ιμπεριαλιστική επίθεση, δηλαδή, του καπιταλισμού, το φαινόμενο τής μετανάστευσης θα είναι συνεχές και χρόνιο. και καλά θα κάνουμε να το αποδεχτούμε, υπολογίζοντάς το σαν σταθερό παράγοντα στους μελλοντικούς μας σχεδιασμούς.


Και στις τρείς περιπτώσεις οι κοινωνίες που δέχονται τα αναμενόμενα και απολύτως δικαιολογημένα από την ύπαρξη τού οικονομικού χάσματος μεταξύ των δύο κόσμων που προκαλεί ο καπιταλισμός μεταναστευτικά ρεύματα, δεν θα μπορέσουν ποτέ να ειναι συμβατές με μια αίσια έκβαση μιας τέτοιας κοσμοϊστορικής εξέλιξης, γιατί απλουστατα το μόνο κίνητρο για την αποδοχή τού μετανάστη είναι  η εκμετάλλευση τής εργασιακής του δύναμης μόνο με σκοπό το καπιταλιστικό κέρδος. Δεν έχουμε μια κοινωνία συνεργαζομένων ανθρώπων, αλλά μια ζούγκλα ανταγωνιζομένων θηρίων με ανθρώπινη μάσκα. Οι κάτοχοι των μέσων παραγωγής και διακίνησης κεφαλαίων βλέπουν τον άνθρωπο μόνο ως κάτοχο και δυνάμει πάροχο δύναμης για λειτουργία των μέσων παραγωγής κέρδους. Συνεπώς προσπαθούν από το φαινόμενο αυτό που οι ίδιοι έχουν προκαλέσει, να αποκομίσουν το συγκεκριμένο όφελος. Και όποιος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για μαι τέτοια εκμετάλλευση θεωρείται ανεπιθύμητος. 

Για την αποφυγή εισόδου ανεπιθυμήτων στα δυτικά κράτη, αξιοποιειται - αν όχι επιστρατεύεται - αυτό που πολύ σωστά έχει χαρακτηριστεί ως δύναμη κρούσης του συστήματος· ο ρατσιστικός εθνικισμός και η κοινοτική φαντασιακή ψευδαίσθηση τού μικροαστού - μεσοαστού «νοικοκύρη». Μια δύναμη που βρίσκεται εν υπνώσει και εγείρεται μονο στις περιπτώσεις που χρειάζεται για να επιτελέσει την βρώμικη δουλειά. Δεν πετυχαίνει όμως πάντα αυτή η αποτρεπτική ισχύς, αφού πολλές συγκυρίες, όπως η τρέχουσα, αποδεικνύονται πολύ πιο περίπλοκες από τις συνήθεις. Με αποτέλεσμα οι ροές να γίνουν ανεξέλεγκτες από τις αρχές και από τις ομάδες κρούσης και τεράστιος αριθμό ςμεταναστών να περάσουν στο «ιερό» σώμα των «περουσίων» χωρών. Μέσα στα απολύτως καπιταλιστικώς λειτουργούντα αυτά κράτη, ο πρόσφυγας ή ο μετανάστης, είτε θα αρνηθεί να ενταχθεί, προτιμώντας την παραδοσιακή του κοινωνική αλληλεγγύη, με αποτέλεσμα να γκετοποιηθεί σε νησίδες διατήρησης τής παράδοσής του, με αποτέλεσμα άγριες συγκρούσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πολλών πιθανών ειδών μεγάλης κλίμακας μεταμορφώσεις των δυτικών κοινωνιών, είτε θα αφομοιωθεί στο σύστημα τού ανταγωνισμού, διεκδικώντας την άνοδό του στην ανώτερη κοινωνική και οικονομική τάξη εις βάρος των ίδιων των συμπατριωτών του και των άλλων εργαζομένων. Μόνο μια κοινωνία που λειτουργεί με όρους επαναστατικούς θα μπορούσε να αντέξει μια τέτοια μεταναστευτική είσοδο. Γιατι οι αρχές της και η συμβατότητά της με έμφυτο το όραμα τής ανθρώπινης φύσης για μια καλύτερη ζωή, θα ικανοποιούσε και θα έδινε νόημα στη ζωή των φυγάδων, ισχυρότερο και υψηλότερο από το ήδη υπάρχον στην δική τους παράδοση. Αλλά αν η δυτική κοινωνία λειτουργούσε με επαναστατικούς όρους, δεν θα επέβαλε στους λαούς αυτούς τους άθλιους όρους ύπαρξης που αναφέραμε παραπάνω, δεν θα είχαν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις τής μετανάστευσης και δεν θα υπήρχε και παρόμια κρίση.





Μίλησα μέχρι τώρα θεωρητικά. Δεν το έκανα γιατί τάχα έχω την παραμικρή ελπίδα ότι έτσι θα δοθεί κάποια λύση, αν και θα ήμουν πολύ ευχαριστημένος αν έστω και ένας συμπατριώτης μου εύρισκε χρήσιμες αυτές τις σκέψεις. Το έκανα γιατί με την πρόχειρη λογική αυτή επεξεργασία ελπίζω να καταδειχθεί σε κάποιους η σοβαρότητα τής κατάστασης και η ανάγκη ύπαρξης σε πρακτικό επίπεδο μιας κυβέρνησης στον τόπο η οποία, αντιθετα με την παρούσα κυριολεκτικά ανάπηρη και συνεπώς άχρηστη κουστωδία που μας κυβερνά, θα ήταν ικανή και τολμηρή να προκαλέσει τις απαραίτητες επαναστατικές αλλαγές που θα μας οδηγούσε σε μια κοινωνία που να αρμόζει σε ανθρώπους και όχι σε άγρια ζώα, που τα διαφεντεύει μόνο το βασικό τους ένστικτο.

Μέχρι τότε θα υφιστάμεθα, και εμείς και όλος ο κόσμος που επιμένει να διατηρείται στην κεφαλαιοκρατική δυναστεία, τις απάνθρωπες συνέπειες των επιλογών μας, οι οποίες προμηνύονται φονικές για τους ανθρώπους και ζοφερές για τον πολιτισμό.

Μπασὸ...

 





Monday, January 27, 2020

Μπλέξαμε!




O σύγχρονος «Εργοδότης»: Ένας όρος που αποτελεί ένα πονηρό λάθος από όπου και αν τον εξετάσεις. Η Εργοδοσία, αρχαία σύνθετη λέξη [έργο+δίδωμι]. Στην εργασιακή συμφωνία τής μαζικής παραγωγής, κάποιος (ο εργάτης) προσφέρει την ικανότητά του για εργασία και «κάποιος άλλος» υποτίθεται ότι δίνει σε αντάλλαγμα το αντίτιμο της αξίας αυτής τής εργασίας.

Ποιός από τους δύο είναι ο εργοδότης; Ποιός δίνει έργο; Ο εργάτης. Αυτός ο «κάποιος άλλος» τί δίνει; Χρήματα. Ο στόχος του είναι να συμπληρώσει το πολύ σημαντικό και αναντικατάστατο τμήμα τής παραγωγικής του γραμμής. Το τμήμα τού ανθρωπίνου έργου, χωρίς το οποίο είναι αδύνατον να λειτουργήσει το σύστημα παραγωγής, αλλά είναι αδύνατο και να αποκομίσει κέρδος αυτός ο «κάποιος άλλος» . Στα αγγλικά, αυτός που εμείς κακώς ονομάζουμε εργοδότη, λέγεται σωστά «employer». Και προέρχεται από το ρήμα «employ», η άμεση σημασία τού οποίου είναι «χρησιμοποιώ-μεταχειρίζομαι». Απώτερη ετυμολογική πηγή τού οποίου είναι το λατινικό «implicāre» που σημαίνει εμπλέκω. Την ίδια λέξη, με την ίδια ετυμολογία χρησιμοποιούν και οι Γάλλοι. 

 

 

Στην Ελλάδα, ο όψιμος πονηρούλης αστός επέλεξε να ευλογήσει τα γένια του. Βρήκε το αρχαίο όνομα «εργοδότης», που στην αρχαία οικονομία, αλλά και στις πιο πρόσφατες προβιομηχανικές εποχές, σήμαινε τον πελάτη τού οικοτέχνη, αυτόν δηλαδή που έδινε παραγγελίες στον ανεξάρτητο τεχνίτη, ο οποίος, αντίθετα με τον σημερινό εργάτη, κατείχε τα μέσα παραγωγής του. Τον επιφύλαξε αυτό τον όρο ο Έλληνας αστός για τον εαυτό του, για να υπογραμμίσει την χάρη που μας κάνει να μας «δίδει εργασία». Απέκρυπτε έτσι από τους νιοφερμένους επαρχιώτες εργάτες του, ότι εκείνοι ήταν που στην πραγματικότητα προσέφεραν ζωντανή εργασία και ότι το αντίτιμο που τους έδινε γι' αυτήν, δεν αντιστοιχούσε με την αξία που εκείνοι παρήγαγαν. Αυτός ο «κάποιος άλλος», λοιπόν - ο καπιταλιστής - είχε περάσει στην Ιστορία τής εργασίας στην Ελλάδα ως ο αξιότιμος και αναντικατάστατος «εργοδότης»,  χωρίς τον οποίον ο εργάτης θα ήταν ένα τίποτε. Ακόμη και με την επιλογή τού ονόματός του, δηλαδή, επέβαλε τον ρόλο που όλοι οι καπιταλιστές τού κόσμου προσπαθούσαν να πείσουν ότι είχαν, των αρίστων σωτήρων, που πρόσφεραν ζωή σε έτσι κι αλλοιώς χαμένα άβουλα υποκείμενα, όπως εκείνοι αντιλαβάνοντο τούς εργάτες. «Εργασιοδότες», δηλαδή, αν θέλαμε να είμαστε πιο σωστοί. Θέλουμε όμως;

 
 


Στις χώρες όπου η βιομηχανική επανάσταση γεννήθηκε και πραγματοποιεί ολόκληρο τον κύκλο της, χρησιμοποιήθηκε ορθά ο ακριβολογικός όρος: Αυτός ο «κάποιος άλλος» που προσλαμβάνει και εμπλέκει τον εργάτη στην διαδικασία τής παραγωγής ως ζωντανό εξάρτημα αυτής τής διαδικασίας, όπως είπαμε, λέγεται employer, θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε «ο εμπλέκων». Και ο υπάλληλος-εργάτης ονομάζεται employee, δηλαδή «ο εμπλεκόμενος».

Δηλαδή εκείνος που «έμπλεξε». Καληνύχτα μας !

Μπασὸ...

 



Saturday, January 18, 2020

Ποτέ την Κυριακή




του Κωστή Μπασογιάννη

Κι αυτή την Κυριακή τα καταστήματα λιανικής θα λειτουργήσουν. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, θα πάνε για ψώνια, φερόμενοι ως καταναλωτική μάζα, χρησιμοποιώντας με τον χειρότερο τρόπο στον κόσμο τής εργασίας. Εκμεταλλευόμενοι μια εξέλιξη, την ιστορική σημασία τής οποίας οι περισσότεροι αγνοούν πλήρως και μάλλον, έχοντας υποστεί μια τερατική κοινωνική παραμορφωτική αλλοτρίωση, δεν επιθυμούν να μάθουν. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι θα τους υπηρετούν, εισπράττοντας δυο ψίχουλα παραπάνω, που ωστόσο σε σχέση με τους μισθούς πείνας που παίρνουν δεν είναι ευκαταφρόνητα. Η ζημιά όμως που γίνεται είναι κολοσσιαία. Δεν έχει σχέση μόνο με την υπερεργασία και την μεγάλη υπεραξία που παράγει, κυρίως στις μεγάλες εταιρείες. Η αθλιότητα αυτή άπτεται ακόμη σημαντικότερων ανθρωπίνων λειτουργιών, όπως η ανάγκη τού εξασφαλισμένου χρόνου σχόλης για να συνευρεθεί μαζί το κοινωνικό σώμα και να συγκροτηθεί σε κοινότητα, είτε αυτό είναι οικογένεια, είτε ειναι οποιοδήποτε κοινωνικό σχήμα. 





Οι διάφοροι τρόποι κοινωνικής συνείδησης πλήττονται θανάσιμα με την ακύρωση της Κυριακής αργίας. Και τα καταναλωτικά υποκείμενα που λειτουργούν ως νομιμοποιητικοί καταλύτες αυτής τής τρομακτικής εξέλιξης, εργαζόμενοι κατά κανόνα και οι ίδιοι, αλλά όχι τόσο άτυχοι ακόμη, ώστε να εμπλέκονται ως θύματα αυτής τής εξέλιξης, θα εισβάλλουν στα καταστήματα με τα θορυβώδη τέκνα τους, απαιτητικοί και βιαστικοί, με το θράσος τού σύγχρονου κοινωνικά ασυνείδητου νοικοκυραίου. Πολλοί προβάλλουν το επιχείρημα ότι ούτως ή άλλως κάποιες ομάδες εργαζομένων είναι υποχρεωμένοι να εργαστούν. Κυρίως στον τομέα του τουρισμού, τής αναψυχής, των θεαμάτων και τής ασφάλειας. Είναι τόσο πονηροί, που προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν ένα αναγκαίο (και μάλιστα όχι πάντα) κακό, που σε μια κοινωνία ανθρώπινη θα έπρεπε να γίνει προσπάθεια να μειωθεί στο ελάχιστο, για να δικαιολογήσουν ένα απολύτως αδικαιολόγητο κακό που προεκτείνει προς την χωρίς όρια εργασιακή αυθαιρεσία. Προς την καθολική δουλεία. Οι υπερασπιστές τής κατάργησης των αργιών, ανάλογα με το μέγεθος τής εργοδοτικής τους ξεδιαντροπιάς ή της εργατικής τους ταξικής ασυνειδησίας, την υπερασπίζονται, βαπτίζοντάς την «απαραίτητη για την οικονομική ανάνηψη τής χώρας, για την αναζωογόνηση της αγοράς και για την ανάπτυξη». 





Η λογική τού «να μην σβήνουν ποτέ οι μηχανές των εργοστασίων», κάτι που θα έδινε πακτωλούς πλεονάζουσας υπεραξίας στους κεφαλαιοκράτες, τον δέκατο ένατο αιώνα, στάθηκε αιτία για την κακοποίηση εκατομμυρίων εργατών (και μάλιστα παιδιών και γυναικών) με άγρια ωράρια μέσα στη μαύρη νύχτα, που εξόντωνε τους άτυχους εργάτες. Τεράστιος είναι ο αριθμός των νεκρών, των ανάπηρων και των ψυχικά διαταραγμένων θυμάτων αυτής τής κτηνώδους απληστίας που από τη φύση του παρουσιάζει το τελευταίο σύστημα εκμετάλλευσης, το ύστερο καπιταλιστικό απόλυμα, η οικονομική ψυχή τού πιο γελοίου και επικίνδυνου πολιτισμού που γέννησε η ανθρώπινη Ιστορία. Ο καπιταλιστής και ο έμπορος, αντιμετωπίζουν τους εργαζόμενους ανθρώπους που δεν έχουν τίποτε να πουλήσουν για να ζήσουν εκτός από την εργατική τους δύναμη, σαν πράγματα, αντικείμενα που αποτελούν τμήμα τής παραγωγικής γραμμής και, αφού κοστίζουν και το κόστος τους περιλαμβάνεται στα έξοδα του ισολογισμού, πρέπει να πειθαρχήσουν ως υποζύγια ή αντικείμενα στο νόμο τής μεγιστοποίησης των κερδών. Δεν τους βλέπουν ως ανθρώπους που παράγουν αξία με την εργασια τους. Αυτό καθιστά τον ίδιο τον καπιταλιστή και τον έμπορο μια απάνθρωπη και κτηνώδη μορφή, βγαλμένη από την πιο βαθειά εξελικτική προϊστορία των ζωντανών οργανισμών αυτού του πλανήτη. 






Αυτή η κτηνωδία έφτασε στην ανώτατη ιστορική μορφή της στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα και στις αρχές του εικοστού, οπότε και η πρώτη μεγάλη σοσιαλιστική επανάσταση τής Ιστορίας που πέτυχε να καταλάβει την εξουσία στην Ρωσική αυτοκρατορία, άλλαξε τους όρους τού παιγνιδιού και ανάγκασε για πολλές δεκαετίες, για τον φόβο μιας κομμουνιστικής εξέγερσης, να υποχωρήσει το κτήνος και να δώσει στους εργάτες δικαιώματα που ούτε θα μπορούσαν να τα ονειρευτούν χωρίς τις επαναστατικές εξελίξεις που είχαν συμβεί. Οι μεγάλες στρεβλώσεις που επακολούθησαν στο θέατρο του εγχειρήματος τής πρώτης σοσιαλιστικής οικοδόμησης, μαζί με τον λυσσαλέο πόλεμο τής διεθνούς κεφαλαιοκρατίας, έφεραν την πτώση των μεγαλειωδών σοσιαλιστικών εγχειρημάτων του εικοστού αιώνα, των πρώτων αλλά όχι και εσχάτων τής Ιστορίας. Και μέσα σε τριάντα μόλις χρόνια από τότε έχουμε την απόλυτη επάνοδο τού κτήνους στο προσκήνιο. Αυτό κυριάρχησε για τριάντα χρονια, πρακτικά χωρίς αντίπαλο. Και σε όλες τις χώρες που διαφέντευε οι εργαζόμενοι είδαν τη ζωή τους να ξαναφεύγει από τα χέρια τους, είδαν το εικοσιτετράωρό τους, την εβδομάδα τους να γίνεται ένα χαοτικό κάτεργο, όπου τις περισσότερες φορές δεν ξερουν ούτε το ωράριό τους, δεν ελέγχουν τις ημέρες τής εργασίας τους και χάνουν όλο και περισσότερο την δυνατότητα διαπραγμάτευσης και συνεννόησης με την εργοδοσία, αφού ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να βρεθούν άνεργοι, απλήρωτοι και χωρίς αποζημίωση. Οι εργατικές ενώσεις πεθαίνουν, αφού κανείς δεν τολμά πλέον να συνδικαλιστεί. Σ΄αυτές τις συνθήκες η εργοδοσία αποθρασύνεται και οδηγείται σε μια δίνη μαξιμαλισμού και απληστίας, από την οποία εκ φύσεως και εξ ορισμού δεν έχει καμμία διάθεση να απεμπλακεί. 

ΕΙΝΑΙ ΤΕΤΟΙΟ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΚΑΤΑΠΙΑΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ, ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΟΧΩΡΗΣΕΙ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΓΙ ΑΥΤΟΝ. ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΑΠΕΜΠΟΛΗΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ, ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑΣ ΤΕΤΟΙΑ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΔΙΧΩΣ ΤΗΝ ΑΔΙΚΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΗ. 

Σ΄αυτά τα δύο πόδια στηρίζεται το τραγικό κτήνος που διαφεντεύει αιώνες τώρα τον κόσμο.






Και για να αποποιηθεί την ευθύνη για την κτηνωδία του, ο καπιταλιστής, ο έμπορος και τα τσιράκια του, προσπαθούν να ιδεολογικοποιήσουν συστηματικά και ψευδοεπιστημονικά την κατάργηση τής Κυριακής αργίας, μιλώντας για νούμερα, τζίρους, κυκλοφορία τού χρήματος, ανάπτυξη, κοινωνική τάχα πολιτική για την εξυπηρέτηση τού εργαζόμενου καταναλωτή, που τάχα δεν έχει χρόνο να ψωνίσει μέσα στην εβδομάδα. Υποστηρίζω ότι ο συμμεριζόμενος αυτή την στρεβλή και παράλογη επιχειρηματολογία, καταναλωτής ή εργαζόμενος, παίρνει την ευθύνη μιας αντικοινωνικης και απάνθρωπης συμπεριφοράς. Και εγκληματεί κατά του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, αφού συνεισφέρει στο να κάνει τη ζωή κόλαση σε μεγάλα λαϊκά στρώματα που ήδη είναι απόλυτα επιβαρυμένα ψυχικά και σωματικά, ώστε έχουν ανάγκη την Κυριακή αργία.




Είναι κατάπτυστη η συνήθεια για κυριακάτικα ψώνια, που πάει να εγκατασταθεί . Γιατί αυτά τα λίγα ευρώ παραπάνω που πετάνε οι εταιρείες σε κάθε εργαζόμενο για να αποδιοργανώσει όλη τη ζωή του, είναι ελάχιστα μπροστά στα μεγάλα ποσά που του έχει κλέψει και εξακολουθεί να του κλέβει στο πλαίσιο τής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αλλά εγκληματεί ο υποστηρικτής τής Κυριακάτικης εργασίας και κατά του κοινωνικού συνόλου, αφού πλήττει μια άλλη ανάγκη, ακόμη υψηλότερη: Την ανάγκη τής ύπαρξης της ημέρας τής κοινής σχόλης στην κοινωνία, όπου όλοι, κατά τον τρόπο που ο καθένας επιθυμεί, ανταμώνουν με τους αγαπημένους τους, σε σπίτια, σε πλατείες, σε παραλίες, σε συλλόγους, πολιτικές συζητήσεις, σε εκκλησίες, σε γήπεδα, σε χίλιες δυο δραστηριότητες που δεν έχουν σχέση με τον βιοπορισμό, σε μια ατμόσφαιρα ολικής ανασυγκρότησης προσώπων και κοινωνίας, απολογισμού, ευθυμίας, έρωτα, προσευχής, ραστώνης, αίσθησης ότι η κοινωνία παίρνει μια ανάσα από την παραζάλη τής εβδομαδιαίας εργασιακής υπερφόρτωσης. Μιας ημέρας κατά τη διάρκεια τής οποίας η αποφόρτιση και η ανασυγκρότηση του καθενός είναι προϋπόθεση για την αποφόρτιση και ανασυγκρότηση όλων.




Λυπάμαι που είμαι υποχρεωμένος να γράψω αυτό το κείμενο, που κανονικά έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο. Ας μην τρέφουμε άλλο το τέρας που αλλοτριώνει τον άνθρωπο. Ας κρατήσουμε την Κυριακή αργία, συντηρώντας τη φλόγα της ελπίδας για μια καλύτερη κοινωνία.

Μπασὸ...





Sunday, December 1, 2019

Κωμικό - τραγικό: Ζώντας στο όριο μεταξύ ανυπαρξίας και σωτήριας κατακρήμνισης.



Theater - Film




του Κωστή Μπασογιάννη


...Αυτό που δίνει ζωντάνια στο κωμικό, είναι η αδιάλειπτη και πεισματική πορεία προς την διάσωση. Είναι η κατώτατη έκφανση της ελπίδας. Ο κωμικός χαρακτήρας κάνει τα πάντα για να διορθώσει μια κατάσταση που έχει πάρει στραβό δρόμο από την αρχή. Όπως είπαμε, η ματαιότητα της προσπάθειάς του τον καθιστά κωμικό, αλλά, ταυτόχρονα, προκαλεί θλίψη και η προφανής άγνοιά του για τον αληθινό λόγο της αδιέξοδης πορείας του. Η αθωότητά του είναι δεδομένη. Είναι όμως ταυτόχρονα και ένοχος, γιατί είναι ανυποψίαστος. Αν χαθεί, θα φταίει αυτός, όσο και αν οι «κακοί» τον καταδιώκουν. Είναι αδικαιολόγητος για την αδυναμία του. Σου έρχεται να του βροντοφωνάξεις μία υπερβατική λύση, να παρατήσει την μάταια προσπάθεια για τόσο ποταπά πράγματα. Ξέρεις ότι δεν θα σε ακούσει, δεν θα καταλάβει, γιατί δεν θέλει να καταλάβει. Ο κωμικός χαρακτήρας είναι πνιγμένος στον εγωισμό, είναι τυφλός, είναι κολασμένος είναι το αντίθετο από τον τραγικό ήρωα, γιατί δεν ταπεινώνεται. Είναι θύμα της αθωότητας που του προσδίδει μία εμφανής και διαπιστωμένη ανεπάρκεια. Μία ανεπάρκεια που ο ίδιος την θεωρεί δικαίωμά του, και ο θεατής την αποδέχεται χαιρέκακα. Γι’ αυτό η κωμωδία είναι μία αριστοτεχνική περιγραφή της ανθρώπινης απώλειας.
 



   Αν η κωμωδία αντιμετωπίσει την δυνατότητα της υπέρβασης, μεταλλάσσεται σε τραγωδία. Τότε όλα τα κωμικά στοιχεία γίνονται οδυρμός και συντριμός. Το γέλιο γίνεται κλάμα και η ελπίδα μεταφέρεται σε ανώτερη τάξη. Η αθωότητα εξανεμίζεται, ο κωμικός χαρακτήρας αναβαθμίζεται σε τραγικό ήρωα. Γι αυτό, ο μεγάλος κωμικός είναι μεγάλος, γιατί οι χαρακτήρες του ξεπερνούν τα όρια και διεισδύουν στη σφαίρα τού τραγικού. Η ελπίδα του ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια της μηχανεύσεως μεθόδων αποφυγής και οδεύει προς την τάξη της φυγής. Δεν πολεμάει να γλυτώσει από κάποια συγκυρία, αλλά να σωθεί. 




   Μόλις η ελπίδα της σωτηρίας λάμψει στα μάτια του παλιάτσου, ο θεατής σοβαρεύει, γιατί βλέπει πλέον μπροστά του κάποιον που έχει καταστεί ανώτερός του, κάποιον που αντιμετωπίζει σοβαρά την δυνατότητα της υπέρβασης, που αυτός δεν βιώνει. Βλέπει κάποιον που συντρίβεται, αποδεχόμενος την πραγματικότητα ότι με μηχανές και λύσεις της στιγμής δεν υπάρχει Λύση. Η ψυχαγωγία δεν στηρίζεται τότε στην αναγνώριση του εαυτού του στην καλικατούρα των υπερβολών των καθημερινών συγκρούσεων, αλλά στην είσοδο ενός απρόσιτου βήματος προς την ηρωική έξοδο που λίγοι το καταφέρνουν. Ο κωμικός χαρακτήρας ξεμπροστιάζει όλο το περιβάλλον που του δημιουργούσε μέχρι τώρα τα προβλήματα, αποδεχόμενος ένα νέο ρόλο, όχι αθώο αυτή τη φορά. Αφοπλίζει τους διώκτες του έτοιμος να τιμωρηθεί για λογαριασμό τους, αποδέχεται αυτό που άλλοι θα ονόμαζαν κακή μοίρα, νικώντας το φόβο. Αν αυτό δεν γίνει, το κωμικό πρόσωπο εντάσσεται σαν ανεπαρκές κακέκτυπο του κόσμου, που ξεκαρδίζει απλώς στα γέλια τον χαιρέκακο θεατή του. Αν όμως γίνει, τότε όλοι ζηλεύουν την φυγή του προς την σωτηρία. Όλα γκρεμίζονται πίσω του και εκείνος, πρώτος εκούσια γκρεμισμένος τελειώνεται σε πείσμα όλων όσων γελούσαν εις βάρος του...


Μπασὸ... 
Οκτώβριος 2000 (απόσπασμα)







 

Wednesday, November 27, 2019

Ποιός είναι υπεύθυνος για το ταξικό μίσος;




Μ' αυτούς τους ολόχρυσους λόγους καταρρέει από τον 4ο κιόλας π.Χ. αιώνα η απάτη τής ψευδοευσέβειας των καταδικαζόντων την βία απ' όπου και αν προέρχεται αστών, εκείνων που διεκδικούν μια ελευθερία, την οποία επιφυλάσσουν μόνο για τον εαυτό τους, για να ληστεύουν ανενόχλητοι την ζωή του ανυπεράσπιστου ανθρώπου, που το μόνο που έχει είναι η εργατική του δύναμη. 

Αποκαλύπτεται ήδη από ένα φωτισμένο άνθρωπο, 1500 χρόνια πριν την εμφάνιση της κεφαλαιοκρατίας στην Ιστορία, ότι ο Νόμος της Ιστορίας αλλά και ο Θείος Νόμος δικαιώνει τον καταπιεζόμενο που εξεγείρεται, τον επαναστάτη που συντρίβει τον καταπιεστή του και τους πράκτορές του. Ότι ηθικά, πολιτικά και πνευματικά ένοχος για το ταξικό μίσος δεν ειναι ο φτωχός που μισεί, αλλά ο δι ού το σκάνδαλον έρχεται: Ο αστός καπιταλιστής, εκείνος ο αχρείος, ο ναρκισσικά αυτοαποκαλούμενος «άριστος».

«Η οργή έχει εμφυτευθεί σε εμάς [από το Θεό] για να βοηθούμε τους αδικημένους.» (P.G. 61, 563)

«Δε φρίττεις άνθρωπε, δεν κοκκινίζεις από ντροπή, όταν χαρακτηρίζεις επιτιθέμενο αυτόν που παλεύει για το ψωμί του; Αυτός αν και φέρεται επιθετικά, ωστόσο δικαιούται τη συμπάθειά μας, γιατί τόσο πολύ πιέζεται από την πείνα, ώστε αναγκάζεται να φορέσει το προσωπείο της επιθετικότητας… Και πρέπει να σου πω ακόμα πως αυτός που επιτίθεται στην πραγματικότητα είσαι συ, γιατί αν και έρχεσαι τακτικά στην εκκλησία και ακούς τα κηρύγματά μου, στην αγορά εν τούτοις προτιμάς και το χρυσάφι και τις επιθυμίες και τις ανθρώπινες φιλίες σου, παρά τις δικές μου προτροπές.» (P.G. 60, 535-538)

«Πολλοί βρώμικοι, απατεώνες και ακόλαστοι άνθρωποι, που δεν τους αξίζει ούτε τον ήλιο να αντικρίζουν, ούτε να ζουν κι ούτε να αναπνέουν, πλουτίζουν αναστατώνοντας τα πάντα, αρπάζοντας τα σπίτια των χηρών, εκμεταλλευόμενοι τους ορφανούς, καταδυναστεύντας τους αδυνάτους.» (P.G. 56, 158)

Ιωάννης ο Χρυσόστομος Άγιος Πατέρας για σχεδόν όλες τις Χριστιανικές ομολογίες (344-407 μ.Χ.)